αμεριμνησία

αμεριμνησία
αμεριμνία η беспечность, беззаботность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αμεριμνησία" в других словарях:

  • αμεριμνησία — αμεριμνησία, η και αμεριμνία, η αφροντισιά, ξεγνοιασιά: Αμεριμνησία σαν τη δική σου δεν έχω ξανασυναντήσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμεριμνησία — η [μεριμνώ] το να είναι κανείς απαλλαγμένος από μέριμνες, αφροντισιά, ξενοιασιά …   Dictionary of Greek

  • αβασανισιά — η [αβασάνιστος] έλλειψη βασάνων, φροντίδων, άνεση ζωής, αμεριμνησία …   Dictionary of Greek

  • ακηδία — ἀκηδία, η (AM) στην Αρχαία Ελληνική και ἀκήδεια) [ἀκηδής] 1. αδιαφορία, αμεριμνησία, ολιγωρία, απάθεια 2. αθυμία 3. εξάντληση, εξασθένηση μσν. (Εκκλ.) 1. ψυχική νωθρότητα, ραθυμία, νωχέλεια, οκνηρία 2. άγχος, αγωνία 3. απελπισία 4. θλίψη 5.… …   Dictionary of Greek

  • αλαφροκαρδιά — η [αλαφρόκαρδος] ελαφρότητα τής καρδιάς, αμεριμνησία, ξενοιασιά …   Dictionary of Greek

  • αλαφροσύνη — η [αλαφρός] 1. έλλειψη μεγάλου βάρους, ελαφρότητα 2. αμεριμνησία, ευθυμία 3. επιπολαιότητα, ανοησία 4. αλάφρωμα, βελτίωση στην κατάσταση ενός αρρώστου …   Dictionary of Greek

  • αμέριμνος — η, ο (AM ἀμέριμνος, ον) αυτός που δεν έχει μέριμνες, φροντίδες, ο ξένοιαστος αρχ. 1. αυτός, για τον οποίο δεν μεριμνά κανείς, ο παραμελημένος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀμέριμνον η αμεριμνησία. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + μέριμνα. ΠΑΡ. αρχ. ἀμεριμνῶ αρχ.… …   Dictionary of Greek

  • αμεριμνία — ἀμεριμνία, η (AM) [ἀμέριμνος] 1. αμεριμνησία, ξενοιασιά 2. ασφάλεια, σιγουριά …   Dictionary of Greek

  • αμεριμνοσύνη — η [αμέριμνος] αμεριμνησία, αφροντισιά …   Dictionary of Greek

  • ασυλλογισιά — η 1. απερισκεψία 2. αμεριμνησία, ξενοιασιά …   Dictionary of Greek

  • ησυχία — η (AM ἡσυχία) [ήσυχος] 1. έλλειψη θορύβου, σιωπή, ηρεμία, γαλήνη, αταραξία («τής νύχτας η ησυχία») 2. η κατάσταση τού αναπαυομενου, τού αμέριμνου, έλλειψη δραστηριότητας, απομάκρυνση από την ενεργό δράση, αμεριμνησία, ψυχική γαλήνη («όταν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»